---------------- ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ (Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ) - Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ -------------------

Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010

Η μάνα και η σωτηρία του άθεου γιού.

Η μητέρα του 

του έδειξε το δρόμο της σωτηρίας...




































Στίς δώδεκα τα μεσάνυχτα, χτύπησαν την πόρτα στην Εκκλησία. Ηταν μια γριούλα.
Καί ζητούσε παπά, να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο.

Ό παπάς ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας. Ή γριούλα ανοίγει την πόρτα καί μπάζει τον ιερέα σε ένα δωμάτιο.

Καί να ξαφνικά ό παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με μόνο τον άρρωστο.

Ό άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα καί σκούζει.

- Φύγε από εδώ! Ποιος σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Καί άθεος θα πεθάνω.

Ό παπάς τα έχασε.

- Μα δεν ήλθα από μόνος μου! Με έκάλεσε ή γριά!

- Ποια γριά; Εγώ δεν ξέρω καμμιά γριά!
Ό παπάς, καθώς στέκει άπέναντί του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του άρρωστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα πού τον έκάλεσε.

Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτραίτο.

- Να αύτη!

- Ποια αυτή, Ξέρεις, τί λες, παπά; Αυτή είναι ή μάνα μου. Καί έχει πεθάνει χρόνια τώρα!

Για μια στιγμή πάγωσαν καί οί δύο. Αισθάνθηκαν δέος. Ό άρρωστος άρχισε να κλαίει. Καί αφού έκλαψε, ζήτησε να έξομολογηθή. Καί μετά, έκοινώνησε.

Ή μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει τον δρόμο της σωτηρίας.

[ΠΗΓH]:  http://proskynitis.blogspot.com/

........."ΑΝ ΘΕΛΕΤΕ ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ "...........

Η μάνα και η σωτηρία του άθεου γιού.

Η μητέρα του 

του έδειξε το δρόμο της σωτηρίας...




































Στίς δώδεκα τα μεσάνυχτα, χτύπησαν την πόρτα στην Εκκλησία. Ηταν μια γριούλα.
Καί ζητούσε παπά, να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο.

Ό παπάς ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας. Ή γριούλα ανοίγει την πόρτα καί μπάζει τον ιερέα σε ένα δωμάτιο.

Καί να ξαφνικά ό παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με μόνο τον άρρωστο.

Ό άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα καί σκούζει.

- Φύγε από εδώ! Ποιος σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Καί άθεος θα πεθάνω.

Ό παπάς τα έχασε.

- Μα δεν ήλθα από μόνος μου! Με έκάλεσε ή γριά!

- Ποια γριά; Εγώ δεν ξέρω καμμιά γριά!
Ό παπάς, καθώς στέκει άπέναντί του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του άρρωστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα πού τον έκάλεσε.

Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτραίτο.

- Να αύτη!

- Ποια αυτή, Ξέρεις, τί λες, παπά; Αυτή είναι ή μάνα μου. Καί έχει πεθάνει χρόνια τώρα!

Για μια στιγμή πάγωσαν καί οί δύο. Αισθάνθηκαν δέος. Ό άρρωστος άρχισε να κλαίει. Καί αφού έκλαψε, ζήτησε να έξομολογηθή. Καί μετά, έκοινώνησε.

Ή μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει τον δρόμο της σωτηρίας.

[ΠΗΓH]:  http://proskynitis.blogspot.com/